ver. 2.0.14.10.22
Finding the new version too difficult to understand? Go to http://classic.studylight.org/
Problem finding something? Get the StudyLight-HowTo PDF file or read the "Frequently Asked Questions"

Old & New Testament Greek

Entry for Strong's #2919 - κρίνω

Transliteration:
krínō
Phonetics:
kree'-no  
Word Origin:
perhaps a primitive word
Parts of Speech:
Verb
TDNT:
3:921,469
Word Definition  [ Thayer's | Strong's ]
Thayer's Definition
  1. to separate, put asunder, to pick out, select, choose
  2. to approve, esteem, to prefer
  3. to be of opinion, deem, think, to be of opinion
  4. to determine, resolve, decree
  5. to judge
    1. to pronounce an opinion concerning right and wrong
      1. to be judged, i.e. summoned to trial that one's case may be examined and judgment passed upon it
    2. to pronounce judgment, to subject to censure
      1. of those who act the part of judges or arbiters in matters of common life, or pass judgment on the deeds and words of others
  6. to rule, govern
    1. to preside over with the power of giving judicial decisions, because it was the prerogative of kings and rulers to pass judgment
  7. to contend together, of warriors and combatants
    1. to dispute
    2. in a forensic sense
      1. to go to law, have suit at law
Liddell-Scott-Jones Definitions

κρίνω [],

Ephesians 3:1-21 sg. ind. κρίνησι (δια -) f.l. in Theoc. 25.46: fut. κρῐνῶ, , Ion. κρῐνέω (δια -) Il. 2.387: aor. ἔκρῑνα Od. 18.264, etc.: pf. κέκρῐκα Pl. Lg. 734c, etc.:

Med., fut. κρῐνοῦμαι E. Med. 609, but in pass. sense, Pl. Grg. 521e: aor. ἐκρῑνάμην Il. 9.521, etc.:

Pass., fut. κρῐθήσομαι A. Eu. 677, Antipho 6.37, etc.: aor. ἐκρίθην [ ] Pi. N. 7.7, etc.; 3 pl. κρίθεν Id. P. 4.168, ἔκριθεν A.R. 4.1462; opt. κρινθεῖτε (δια -) Il. 3.102, part. κρινθείς 13.129, Od. 8.48, inf. κρινθήμεναι A.R. 2.148: pf. κέκρῐμαι Pi. O. 2.30, And. 4.35, etc.; inf. κεκρίσθαι (ἀπο -) Pl. Men. 75c:

Aeol. κρίννω dub.in IG 12(2).278 (Mytil.): aor. ἔκριννε ib. 6.28(Mytil., ἐπ-); inf. κρίνναι ib.526b15:

Thess. pres. inf. κρεννέμεν ib.9(2).517.14 (Larissa):

I

1. separate, put asunder, distinguish, ὅτε τε ξανθὴ Δημήτηρ κρίνῃ.. καρπόν τε καὶ ἄχνας Il. 5.501, etc.; κρῖν' ἄνδρας κατὰ φῦλα 2.362. cf. 446; ἥλιος ἠὼ καὶ δύσιν ἔκρινεν Emp. 154.1; κ. τὸ ἀληθές τε καὶ μή Pl. Tht. 150b; τούς τε ἀγαθοὺς καὶ τοὺς κακούς X. Mem. 3.1.9, etc.: also Med., ἀντία δ' ἐκρίναντο δέμας καὶ σήματ' ἔθεντο χωρὶς ἀπ' ἀλλήλων Parm. 8.55: Pass., κρινόμενον πῦρ Emp. 62.2. II pick out, choose, ἐν δ' ἐρέτας ἔκρινεν ἐείκοσιν Il. 1.309; ἐκ Λυκίης.. φῶτας ἀρίστους 6.188, cf. Od. 4.666, 9.90, 195, 14.217, etc.; κ. τινὰ ἐκ πάντων Hdt. 6.129; κρίνασα δ' ἀστῶν.. τὰ βέλτατα A. Eu. 487; δίδωμί σοι κρίναντι χρῆσθαι S. OC 641, etc.: Med., κρίνασθαι ἀρίστους to choose the best, Il. 9.521, cf. 19.193, Od. 4.408, 530, etc.: Pass., to be chosen out, distinguished, ἵνα τε κρίνονται ἄριστοι 24.507; esp.in partt., κεκριμένος picked out, chosen, Il. 10.417, Od. 13.182, al., Hdt. 3.31; κρινθείς Il. 13.129, Od. 8.48; ἀρετᾷ κριθείς distinguished for.., Pi. N. 7.7; κριθέντων ἐν τοῖς ἱερέοις approved.., GDI 2049.15 (Delph.); ἀσπίδα.. κεκριμένην ὕδατι καὶ πολέμῳ proved by sea and land, AP 9.42 (Leon.); ἐν ζῶσι κεκριμένα numbered among.., cj. in E. Supp. 969 (lyr.); εἰς τοὺς ἐφήβους κριθείς Luc. Amos 2:1-16.

2. decide disputes, κρίνων νείκεα πολλά Od. 12.440; ἔκριναν μέγα νεῖκος.. πολέμοιο 18.264: c.acc. cogn., οἳ.. σκολιὰς κρίνωσι θέμιστας judge crooked judgements, Il. 16.387; κ. δίκας Hdt. 2.129; κρῖνε δ' εὐθεῖαν δίκην A. Eu. 433, etc.; πρώτας δίκας κρίνοντες αἵματος ib. 682; κρινεῖ δὲ δὴ τίς ταῦτα; Ar. Ra. 805; κ. κρίσιν Pl. R. 36o e; ἄριστα κ. Th. 6.39; κρίνουσι βοῇ καὶ οὐ ψήφῳ they decide the question.., Id. 1.87; μίσει πλέον ἢ δίκῃ κ. Id. 3.67; τὸ δίκαιον κ. Isoc. 14.10; τῷ τοῦτο κρίνεις; by what do you form this judgement ? Ar. Pl. 48; κ. περί τινος Pi. N. 5.40, Pl. Ap. 35d, Arist. Rh. 1391b9, etc.: Pass., ἀγὼν κριθήσεται A. Eu. 677; κἂν ἰσόψηφος κριθῇ (sc. ἡ δίκη) ib. 741: impers., κριθησόμενον a decision being about to be taken, Arr. An. 3.9.6. decide a contest, e.g. for a prize, ἀγῶνα κ. Ar. Ra. 873; ἔργον ἐν κύβοις Ἄρης κρινεῖ A. Th. 414: c. acc. pers., κ. τὰς θεάς decide their contest, i.e. judge them, E. IA 72: Pass., Id. Supp. 601 (lyr.); αἱ μάχαι κρίνονται ταῖς ψυχαῖς X. Cyr. 3.3.19: Med. and Pass., of persons, have a contest decided, come to issue, κρινώμεθ' Ἄρηϊ Il. 2.385, cf. 18.209; ὁπότε μνηστῆρσι καὶ ἡμῖν.. μένος κρίνηται Ἄρηος Od. 16.269; βίηφι κ. Hes. Th. 882; dispute, contend, Ar. Nu. 66; περὶ ἀρετῆς Hdt. 3.120; οὐ κρινοῦμαι.. σοι τὰ πλείονα E. Med. 609; δίκῃ περί τινος κρίνεσθαι Th. 4.122; κρίνεσθαι μετά τινος v.l. in LXX Jd. 8.1, Job 9:3; πολλαῖς μάχαις κριθείς Nic.Dam. 20 J.; compete in games, c. acc. cogn., κριθέντα Πύθια JRS 3.295 (Antioch. Pisid.): pf. part., decided, clear, strong, κεκριμένος οὖρος Il. 14.19; πόνοι κεκρ. decided, ended, Pi. N. 4.1. win a battle, τὴν μάχην Ἀννίβας ἔκρινε Plb. 3.117.11.

3. adjudge, κράτος τινί S. Aj. 443: Pass., τοῖς οὔτε νόστος.. κρίθη Pi. P. 8.84; τὰ κριθησόμενα the sum adjudged to be paid, PLips. 38.13 (iv A. D.). abs., judge, give judgement, ἄκουσον.. καὶ κρῖνον Ar. Fr. 473; ἀδίκως κ. Pherecr. 96, cf. Men. Mon. 287, 576. Medic., bring to a crisis, τὸ θερμὸν φίλιόν [ἐστι] καὶ κρῖνον Hp. Aph. 5.22; κ. τὰ νοσήματα Gal. Nat. Fac. 1.13, al.: Pass., of a sick person, come to a crisis, ἐκρίθη εἰκοσταῖος Hp. Epid. 1.15 (also impers. in Act., ἔκρινε τούτοισιν ἑνδεκαταίοισιν the crisis came.., ib. 18); τοῦ πάθους κριθέντος D.S. 19.24.

4. judge of, estimate, πρὸς ἐμαυτὸν κρίνων [αὐτόν ] judging of him by myself, D. 21.154; πρὸς ἀργύριον τὴν εὐδαιμονίαν κ. Isoc. 4.76: Pass., ἴσον παρ' ἐμοὶ κέκριται Hdt. 7.16. α'; εὔνοιακαιρῷ κρίνεται Men. 691.

5. expound, interpret in a particular way, τὸ ἐνύπνιον ταύτῃ ἔκριναν Hdt. 1.120, cf. 7.19, A. Pr. 485, etc.: in Med., ὁ γέρων ἐκρίνατ' ὀνείρους Il. 5.150.

6. c. acc. et inf., decide or judge that.., Hdt. 1.30, 214, Pl. Tht. 17o d, etc.; κρίνω σὲ νικᾶν A. Ch. 903; so, with the inf. omitted, ἀνδρῶν πρῶτον κ. τινά S. OT 34; Ἔρωτα δ' ὅστις μὴ θεὸν κρίνει μέγαν E. Fr. 269; τὴν πόλιν ἀθλιωτάτην ἔκρινας Pl. R. 578b; ἐκ τῶν λόγων μὴ κρῖνε.. σοφόν Philem. 228: Pass., Ἑλλήνων ἕνα κριθέντ' ἄριστον S. Ph. 1345, cf. Th. 2.40, etc.

7. decide in favour of, prefer, choose, κρίνω δ' ἄφθονον ὄλβον A. Ag. 47 [*], cf. Supp. 396 (both lyr.); τὴν ἐλπίδα τῆς τύχης πάρος S. Tr. 724; τινὰ πρό τινος Pl. R. 399e, cf. Phlb. 57e; τι πρός τι Id. Phd. 110a (Pass.); εἴ σφε κρίνειεν Πάρις E. Tr. 928, cf. Ar. Av. 1103, Ec. 1155; choose between, δύ' ἔσθ' ἃ κρῖναι τὸν γαμεῖν μέλλοντα δεῖ, ἤτοι προσηνῆ γ' ὄψιν ἢ χρηστὸν τρόπον Men. 584.

8. c. inf. only, determine to do a thing, UPZ 42.37 (ii B. C.), Titus 3:12; , etc.; ζῆν μεθ' ὧν κρίνῃ τις ἄν (sc. ζῆν) with whom he chooses to live, Men. 506; but τὸ βιάζεσθαι οὐκ ἔκρινε D.S. 15.32.

9. form a judgement of a thing, μὴ κρῖν' ὁρῶν τὸ κάλλος Men. Mon. 333.

III

1. in Trag., question, αὐτὸν.. ἅπας λεὼς κρίνει παραστάς S. Tr. 195; εἴ νιν πρὸς βίαν κρίνειν θέλοις ib. 388; καὶ κρῖνε κἀξέλεγχ ' Id. Ant. 399; μὴ κρῖνε, μὴ 'ξέταζε Id. Aj. 586; σέ τοι, σὲ κρίνω Id. El. 1445.

2. bring to trial, accuse, D. 2.29, 18.15, 19.233; κ. θανάτου judge (in matters) of life and death, X. Cyr. 1.2.14; κ. τινὰ προδοσίας Lycurg. 113; περὶ προδοσίας Isoc. 15.129; κ. τινὰ κακώσεως ἐπαρχίας, Lat. repetundarum, Plu. Caes. 4: Pass., to be brought to trial, Th. 6.29; θανάτου (δίκῃ add. cod. B) Id. 3.57; Λεωκράτους τοῦ κρινομένου Lycurg. 1; κρίνομαι πρὸς Σωφρόνην; Men. Epit. 529; τρὶς κρίνεται παρ' ὑμῖν περὶ θανάτου D. 4.47; ἐκρίνετο τὴν περὶ Ὠρωποῦ κρίσιν θανάτου Id. 21.64: c. gen. criminis, κρίνεσθαι δώρων Lys. 27.3: κ. ἐπ' ἀδικήματι Plu. 2.241e: abs., ὁ κεκριμένος Aeschin. 2.159.

3. pass sentence upon, condemn, D. 19.232: Pass., to be judged, condemned, κακούργου.. ἐστι κριθέντ' ἀποθανεῖν Id. 4.47; μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε Matthew 7:1; τὰ κεκριμένα the judgement of a court, PRyl. 76.8 (ii A. D.). (κρῐ-ν - y ω ἐ-κρῐ-ν-σα, cf. Lat. cerno (from * cr[icaron]-n-), crîbrum (from * crei-dhrom).)

Frequency / Word / Parsing Lists  [ Book | Word | Parsing ]
Verse Results
KJV (114)NAS (115)HCS (113)
Matthew4
Luke5
John14
Acts22
Romans14
1 Corinthians15
2 Corinthians2
Colossians1
2 Thessalonians1
2 Timothy1
Titus1
Hebrews2
James3
1 Peter4
Revelation9
Matthew4
Luke5
John14
Acts22
Romans14
1 Corinthians15
2 Corinthians2
Colossians1
2 Thessalonians1
2 Timothy1
Titus1
Hebrews2
James4
1 Peter4
Revelation9
Matthew6
Luke6
John19
Acts21
Romans18
1 Corinthians16
2 Corinthians2
Colossians1
2 Thessalonians1
2 Timothy1
Titus1
Hebrews2
James6
1 Peter4
Revelation9
List of Word Forms
εκριθη εκρίθη ἐκρίθη εκρίθην εκριθησαν εκρίθησαν ἐκρίθησαν εκρινα έκρινα ἔκρινα ἔκρινά έκριναν εκρινας έκρινας ἔκρινας έκρινε έκρινέ εκρινεν έκρινεν ἔκρινεν εκρινομεθα εκρινόμεθα ἐκρινόμεθα έκρινον εκρίνοντο κεκρικα κέκρικα κεκρικατε κεκρίκατέ κεκρικει κεκρίκει κεκρικεν κέκρικεν κεκριμενα κεκριμένα κεκριμένον κεκριται κέκριται κριθηναι κριθήναι κριθῆναι κριθησεσθε κριθήσεσθε κριθήσεται κριθήσομαι κριθησόμενός κριθησονται κριθήσονται κριθητε κριθήτε κριθῆτε κρίθητε κρίθητι κριθήτωσαν κριθώμεν κριθωσι κριθώσι κριθῶσι κριθωσιν κριθῶσιν κρίναι κρῖναι κριναντας κρίναντας κριναντες κρίναντες κριναντος κρίναντος κρινας κρίνας κρινατε κρίνατε κρινάτω κρίνε κρινει κρινεί κρινεῖ κρίνει κρινειν κρινείν κρίνειν κρινεις κρινείς κρίνεις κρινεσθαι κρίνεσθαι κρίνεσθαί κρινεται κρίνεται κρινετε κρίνετε κρινετω κρινέτω κρινη κρίνη κρίνῃ κρίνης κρίνηται κρινομαι κρίνομαι κρινομενοι κρινόμενοι κρινομενος κρινόμενος κρινόμενός κρινομένων κρίνον κρίνόν κρινοντα κρίνοντα κρινοντες κρίνοντες κρινοντι κρίνοντι κρίνοντος κρινουμεν κρινούμεν κρινοῦμεν κρινούσι κρινουσιν κρινούσιν κρινοῦσιν κρινω κρινώ κρινῶ κρίνω κρινωμεν κρίνωμεν κρινων κρίνων κρίνωσι κριοί κριοίς κριόν κριός κριού κριούς κριώ κριών ekrina ékrina ékriná ekrinas ékrinas ekrinen ékrinen ekrinometha ekrinómetha ekrithe ekrithē ekríthe ekríthē ekrithesan ekrithēsan ekríthesan ekríthēsan kekrika kékrika kekrikate kekríkaté kekrikei kekríkei kekriken kékriken kekrimena kekriména kekritai kékritai krinai krînai krinantas krínantas krinantes krínantes krinantos krínantos krinas krínas krinate krínate krine krinē krinei krineî krínei krínēi krinein krínein krineis kríneis krinesthai krínesthai krínesthaí krinetai krínetai krinete krínete krineto krinetō krinéto krinétō krino krinô krinō krinō̂ kríno krínō krinomai krínomai krinomen krinōmen krínomen krínōmen krinomenoi krinómenoi krinomenos krinómenos krinon krinōn krínon krínōn krinonta krínonta krinontes krínontes krinonti krínonti krinoumen krinoûmen krinousin krinoûsin krithenai krithênai krithēnai krithē̂nai krithesesthe krithēsesthe krithḗsesthe krithesontai krithēsontai krithḗsontai krithete krithête krithēte krithē̂te krithosi krithôsi krithōsi krithō̂si krithosin krithôsin krithōsin krithō̂sin
Search for…
 or 
Choose a letter to browse:
α  β  γ  δ  ε  ζ  η  θ  ι  κ  λ  μ
ν  ξ  ο  π  ρ  σ  τ  υ  φ  χ  ψ  ω
Prev Entry
κρίνον
Next Entry
κρίσις
Download the Language Fonts
Below you will find links to the TrueType font(s) used in this resource. Simply right-mouse click the link and save it to your fonts

Once you have finished you might need to close all open browsers and open your fonts directory to initialized the font(s) you just installed.

SIL Galatia Greek font
ADVERTISEMENT
To report dead links, typos, or html errors or suggestions about making these resources more useful use our convenient contact form
Powered by Lightspeed Technology