Bible Lexicons

Old & New Testament Greek Lexical Dictionary

Strong's #4788 - συγκλείω

Transliteration
synkleíō
Phonetics
soong-kli'-o
Origin
from (G4862) and (G2808)
Parts of Speech
Verb
TDNT
7:744,1098
Definition
Thayer's
  1. to shut up together, enclose
    1. of a shoal of fishes in a net
  2. to shut up on all sides, shut up completely
Frequency Lists  
  1. Book
  2. Word
  3. Parsing
KJV (4)
Luke
1
Romans
1
Galatians
2
NAS (4)
Luke
1
Romans
1
Galatians
2
HCS (4)
Luke
1
Romans
1
Galatians
2
BSB (4)
Luke
1
Romans
1
Galatians
2
ESV (4)
Luke
1
Romans
1
Galatians
2
WEB (4)
Luke
1
Romans
1
Galatians
2
Verse Results
Liddell-Scott-Jones Definitions

συγ-κλείω,

fut. -κλείσω: Ion. συγ-κληΐω, fut -κληΐσω: old Att. ξυγκλήω, fut. -κλῄσω: Ep. aor. συνεκλήϊσσα Nonn. D. 48.309: Pass., aor. συνεκλείσθην, old Att. ξυνεκλῄσθην: pf. συγκέκλειμαι Isoc. 15.68, but -εισμαι Men. 670, D.S. 15.63, v.l. in E. Hec. 487; old Att. ξυνκέκλῃμαι, Ion. συγκεκλήιμαι (v. infr.):

shut or coop up, hem in, enclose, Hdt. 4.157, 7.41; ξ. τὴν ἐκκλησίαν ἐς τὸν Κολωνόν Th. 8.67; πρὶν συγκλεῖσαι (sc. τοὺς ἰχθῦς τοῖς δικτύοις ) Arist. HA 533b26; αἱ συγκλείουσαι πλευραὶ τὸ στῆθος Id. PA 654b35; ς. τινὰς ἐντὸς τειχῶν Plb. 1.17.8; εἰς πολιορκίαν Id. 1.8.2 ( Pass. ); ς. [θεοὺς] τῇ ὕλῃ include them in matter, Plu. 2.426b; [ ἡ πολεμία] δυνέκλῃε διὰ μέσου shut off and intercepted them, Th. 5.64: Pass., λίμνη συγκεκληιμένη πάντοθεν ὄρεσι Hdt. 7.129; τὸ στόμα τῶν μητρέων ὑπὸ πιμελῆς -είεται Hp. Aër. 21; ς. εἰς στενὴν ἐντομήν D.S. 1.32; ξυγκεκλῃμένη πέπλοις close muffled, E. Hec. 487 .

2. generally, of straits or difficulties, τινὰ εἰς ἀγῶνα Plb. 3.63.3; εἰς τὸν ἔσχατον καιρόν Id. 11.2.10: Pass., συγκλείεσθαι ὑπὸ τῶν καιρῶν, τῶν πραγμάτων, Id. 2 . 60.4, 11.20.7; εἰς χαλεπὸν . . συγκεκλεισμένος βίον ' cabin'd, cribb'd, confined ', Men. l.c.

3. pit against one another, set to fight as in the lists, οἳ σὲ καὶ Ἑρμιόναν ἔριδι . . ξυνέκλῃσαν E. Andr. 122 (lyr.).

4. ὁ συγκλείων,= smith, LXX 4 Ki. 24.14: Pass., χρυσίον συγκεκλεισμένον ib. 3 Ki. 6.20 .

II shut close, close, στόμα E. Hipp. 498; ὄμμα Id. Hec. 430, Ion 241; [ τὰ βλέφαρα ] X. Mem. 1.4.6 ( Pass. ); ξ. τὰς πύλας Th. 4.67; τὰς θύρας Aeschin. 1.74; τὰς θυρίδας Gal. 16.578: abs., σύγκλῃε shut the doors, Ar. Ach. 1096; ς. τὰ δικαστήρια close the courts, Id. Eq. 1317; τὰ καπηλεῖα Lys. Fr. 1.3; ς. τοὺς ὀφθαλμούς close them up by blows, D. 54.8: Pass., τὸ δεσμωτήριον συνεκέκλειστο And. 1.48 codd. ( συνεκέκλῃτο Sauppe); of bivalve fish, Arist. HA 528a16; of eyebrows, come together, Hp. Loc.Hom. 3; of wounds, Dsc. Ther. 2.

2. intr. in Act., ὥρας ἤδη συγκλειούσης as the season was now closing in, i.e. the days becoming shorter, Plb. 18.7.3, cf. D.S. 10.4; τοῦ καιροῦ συγκλείοντος εἰς χειμῶνα GDI 3087.19 ( Chersonesus ).

III close jointly, συνανοιγόντων καὶ συγκλειόντων IG 12.91.17 . ς. τὰς ἀσπίδας lock their shields, X. Cyr. 7.1.33: hence, abs., close up the ranks, Th. 4.35; τὸ διάκενον καὶ οὐ ξυγκλῃσθέν the part that was not closed up, of a gap in the line, Id. 5.72 .

2. connect closely together, τὰ ἀνόμοια ἁρμονίᾳ συγκεκλεῖς θαι Philol. 6; ἐν ἄρθροις συγκεκλῃμένον καλῶς well linked or compacted, E. Ba. 1300; ς . (sc. τὴν πόλιν ) εἰς ταὐτόν Pl. Criti. 117e, cf. Ti. 76a, etc.; ς. τὴν ἀρχὴν τῶν ῥηθήσεσθαι μελλόντων τῇ τελευτῇ τῶν προειρημένων Isoc. 12.24, cf. 15.68 ( Pass. ): Pass., συγκλεισθήσονται ταῖς τε ἐπιγαμίαις καὶ ἐγκτήσεσι παρ' ἀλλήλοις X. HG 5.2.19 . conclude, complete, λόγον, διάνοιαν, A.D. Adv. 121.1, Synt. 66.8: Pass., ib. 11.9 .

Abbott-Smith Manual Greek Lexicon of the New Testament

συν -κλείω

(Rec. συγκ -),

[in LXX chiefly for סגר ;]

to shut together, enclose, shut in on all sides: of a catch of fish, Luke 5:6; metaph. (Psalms 31:9, al.), Romans 11:32, Galatians 3:22-23. †


Abbott-Smith Manual Greek Lexicon of the New Testament.
Copyright © 1922 by G. Abbott-Smith, D.D., D.C.L.. T & T Clarke, London.
List of Word Forms
συγκέκλεικε συγκεκλεικότας συγκεκλεισμένα συγκεκλεισμένας συγκεκλεισμένη συγκεκλεισμένοι συγκεκλεισμένω συγκλειόμενοι συγκλείοντα συγκλείσαι συγκλείσεις συγκλείσης συγκλεισθήσεταί συγκλεισθήσονται σύγκλεισον συγκλείων συνεκλεισαν συνέκλεισαν συνέκλεισάς συνέκλεισε συνέκλεισέ συνεκλεισεν συνέκλεισεν συνεκλείσθησαν συνκλειομενοι συνκλειόμενοι sunekleisan sunekleisen sunkleiomenoi synekleisan synékleisan synekleisen synékleisen synkleiomenoi syn'kleiómenoi
Old / New Testament Greek Lexical Dictionary developed by Jeff Garrison for StudyLight.org. Copyright 1999-2021. All Rights Reserved, Jeff Garrison, Gdansk, Poland.
Search for…
 or 
Choose a letter to browse: