Bible Lexicons

Old & New Testament Greek Lexical Dictionary

Strong's #4026 - περιΐστημι

Transliteration
periḯstēmi
Phonetics
per-ee-is'-tay-mee
Origin
from (G4012) and (G2476)
Parts of Speech
Verb
TDNT
None
Definition
Thayer's
  1. to place around one
  2. to stand around
    1. to turn one's self about for the purpose of avoiding something
    2. to avoid, shun
Hebrew Equivalent Words:
Strong #: 5324 ‑ נָצַב (naw‑tsab');  5437 ‑ סָבַב (saw‑bab');  
Frequency Lists  
  1. Book
  2. Word
  3. Parsing
KJV (4)
John
1
Acts
1
2 Timothy
1
Titus
1
NAS (6)
John
2
Acts
2
2 Timothy
1
Titus
1
HCS (4)
John
1
Acts
1
2 Timothy
1
Titus
1
BSB (4)
John
1
Acts
1
2 Timothy
1
Titus
1
ESV (4)
John
1
Acts
1
2 Timothy
1
Titus
1
WEB (4)
John
1
Acts
1
2 Timothy
1
Titus
1
Verse Results
Liddell-Scott-Jones Definitions

περιίστημι, .

in the trans. tenses (with pf. περιέστᾰκα Pl. Ax. 370d ), place round, π. τοὺς ἑαυτοῦ Th. 8.108, etc.; π. στήλην τινί Hdt. 3.24; π. κύτος τῷ ζῴῳ Pl. Ti. 78c; στράτευμα περὶ πόλιν X. Cyr. 7.5.1: metaph., π. τινὶ ἔτι πλείω κακά D. 21.123; κινδύνους τοῖς Καρχηδονίοις Plb. 12.15.7; π. ἀγῶνάς τισι Plu. Comp.Ag.Gracch. 5 .

2. bring round, ὁ δῆμος εἰς ἑαυτὸν περιέστησε τὴν πολιτείαν Arist. Pol. 1304a33; εἰς τοὐναντίον π. τινὰ τῷ λόγῳ Pl. Ax. l.c.; εἰς τοσοῦτον π. τινά, ὥστε . . Heraclid.Pont. ap. Ath. 12.537c; esp. into a worse state, εἰς τοῦθ' ἡ τύχη τὰ πράγματα αὐτῶν περιέστησεν ὥστε . . Isoc. 6.47, cf. Aeschin. 3.82; π. εἰς μοναρχίαν τὴν πολιτείαν Plb. 3.8.2; οἴκους εἰς πενίαν π . Hdn. 7.3.5; convert, εἰς τὸ περιφερὲς [τὸν ἀέρα ] Epicur. Ephesians 2 p.51U.; transfer, π. τὰς ἑαυτοῦ συμφορὰς εἴς τινα D. 40.20; π. τὴν αἰτίαν εἴς τινα D.H. 3.3 .

II in aor. 1 Med., place round oneself, ξυστοφόρων κύκλον X. Cyr. 7.5.41; φρουρὰν περὶ τὸ σῶμα App. BC 3.4 . Pass. and Med., with aor. 2 ( aor. 1, v.infr. 2 ), pf., and plpf.

Act.: stand round about, περίστησαν γὰρ ἑταῖροι Il. 4.532; κῦμα περιστάθη a wave rose around ( Ep. aor. Pass. ), Od. 11.243; περιστῆναι περί τι Pl. Ti. 84e; τοῦ περιεστῶτος ἔξωθεν πνεύματος ib. 76b; οἱ περιεστῶτες the bystanders, Antipho 6.14; ὄχλου πολλοῦ περιστάντος IG 42(1).123.25 (Epid.).

2. c. acc. objecti, encircle, surround, χορὸν περιίσταθ' ὅμιλος Il. 18.603; βοῦν δὲ περιστήσαντο (fort. περίστησάν τε ) 2.410, cf. Od. 12.356; μή πώς με περιστήωσ' ἕνα πολλοί ( Ephesians 3:1-21 pl. subj. aor. 2 for - στῶσι ) that their numbers surround me not, Il. 17.95, cf. Od. 20.50; so περιστάντες [τὸ θηρίον] κύκλῳ Hdt. 1.43, cf. 9.5, A. Fr. 379, Pl. R. 432b; π. τὸν λόφον τῷ στρατεύματι X. Cyr. 3.1.5: metaph., τὸ περιεστὸς ἡμᾶς δεινόν Th. 4.10, cf. 7.70; τοσούτου πολέμου τὴν Ἀσίαν περιστάντος Isoc. 4.162; χωρὶς τῆς περιστάσης ἂν ἡμᾶς αἰσχύνης D. 3.8; διὰ τὸν φόβον τὸν περιστάντα αὐτούς Aeschin. 3.137; φόβος π. τινά Th. 3.54, cf. D. 18.195 .

3. c. dat., περιισταμένους τῇ κλίνῃ Pl. Lg. 947b: mostly metaph., come round to one, ἡμῖν . . ἀδοξία τὸ πλέον ἢ ἔπαινος περιέστη Th. 1.76; τῇ [Ἑλλάδι] δουλεία περιέστηκε Lys. 2.60; τοῦ πολέμου περιεστηκότος Θηβαίοις D. 16.28; πηλίκα τῇ πόλει περιέστηκε πράγματα Id. 19.340; ἀνάγκη π. τινί, c. inf., ib.212: abs., of circumstances, mostly bad, τὰ περιεστηκότα πράγματα Lys. 2.32, cf. Epicur. Sent. 38; οἱ περιεστῶτες καιροί Plb. 3.86.7 .

II come round, revolve, κύκλῳ Arist. Ph. 217a19; of winds, ἐκ τῶν ἀπαρκτίων εἰς θρασκίας Id. Mete. 365a6; of Time, περιισταμένης τῆς ὥρας Thphr. CP 2.11.2, cf. Hp. Nat.Hom. 7 .

2. come round to, devolve upon, περιειστήκει ὑποψία ἐς τὸν Ἀλκιβιάδην Th. 6.61; νομίσαντες τὸ παρανόμημα ἐς τοὺς Αθηναίους τὸ αὐτὸ περιεστάναι Id. 7.18; εἰς ὀλίγους ἡμᾶς περιέστη [ἡ στατίων ] IG 14.830.8 (Puteoli, ii A. D. ).

3. of events, come round, turn out, esp. for the worse, ἐξ ἀρρωστίης π. τινὶ ἐς ὕδερον Hp. Coac. 471 (but also of persons, ἐς ὕδρωπα περιίσταντο became dropsical, Id. Epid. 3.13 ); ἐς τοῦτο περιέστη ἡ τύχη fortune was so completely reversed, Th. 4.12; τοὐναντίον περιέστη αὐτῷ it turned out quite contrary for him, Id. 6.24, cf. Lys. 12.64, Pl. Men. 70c; ὁ τοῦ δικαίου λόγος εἰς τοὐναντίον περιειστήκει Id. R. 343a; φιλεῖ ἐς τύχας τὰ πολλὰ περιίστασθαι come to be dependent on chances, Th. 1.78; εἰ τὰ μὲν πράγματ' εἰς ὅπερ νυνὶ περιέστη D. 18.201, cf. 3.9; τὸ πρᾶγμ' εἰς ὑπέρδεινόν μοι περιέστη Id. 21.111, cf. 37.10; ἐνταῦθα τὰ πράγματα π. ὥστε . . Isoc. 8.59, cf. 5.55; περιέστηκεν εἰς τοῦτο ὥστε . . Lycurg. 3: c. inf., περιειστήκει τοῖς βοηθείας δεήσεσθαι δοκοῦσιν αὐτοὺς βοηθεῖν ἑτέροις D. 18.218, cf. Pl. Mx. 244d: c. part., περιέστηκεν ἡ πρότερον σωφροσύνη νῦν ἀβουλία φαινομένη Th. 1.32 .

III later, go round so as to avoid, shun, τὰς ἁμαρτίας Phld. Rh. 1.384 S.; τὴν ὁμιλίαν J. AJ 1.1.4; κύνας Luc. Herm. 86 (though he censures this usage, So 5), cf. Gal. UP 10.14, Porph. Abst. 4.7, etc.; τὸν κίνδυνον Iamb. VP 33.239; τὸ μοναρχικόν ib. 31.189; τὴν ἀφροσύνην S.E. M. 11.93; κενοφωνίας Ti. 2.16; τὸ εἰκῇ καὶ μάτην M.Ant. 3.4; τοὺς ἡγουμένους Artem. 4.59; π. μὴ . . to be afraid lest . ., J. AJ 4.6.12; sneak round, Phld. Rh. 1.99 S.; circumvent, τοὺς λογιστάς Mitteis Chr. 88iv 11 (ii A.D.): so in Pass., περιεσταμένης τῆς λογοθεσίας BGU 1019.8 (ii A. D.) .

Abbott-Smith Manual Greek Lexicon of the New Testament

περι -ίστημι (Rec. ΐστημι ),

[in LXX: Joshua 6:3 (H5437), 2 Samuel 13:31 (H5324 ni.), 1 Samuel 4:16, Ep. Jeremiah 37:1-21, Judith 5:22, 2 Maccabees 14:9 *;]

1. to place around.

2. to stand around: John 11:42; c. acc pers., Acts 25:7. Mid. (in late writers), to turn oneself about to avoid, to shun: c. acc rei, 2 Timothy 2:16, Titus 3:9.†


Abbott-Smith Manual Greek Lexicon of the New Testament.
Copyright © 1922 by G. Abbott-Smith, D.D., D.C.L.. T & T Clarke, London.
Vocabulary of the Greek NT

P Grenf II. 14 (c).6 (iii/B.C.) οὐδ᾽ οὐκ ἔφυ (l. ὁ δ᾽ οὐκ ἔφη) δύνασθαι πλεῦσαι ἄνευ σου, ";but he said that he could not sail without you,"; P Oxy IV. 726.10 (A.D.135) οὐ δυνάμενος δι᾽ ἀ [σ ]θένειαν (cf. Galatians 4:13) πλεῦσαι, ";since he is unable through sickness to make the voyage"; (Edd.), ib. I. 119.13 (ii/iii A.D.) (= Selections, p. 103) πεπλάνηκαν ἡμῶ (= )ς ἐκε [ ], τῇ ἡμέρᾳ ι ̄β ̄ ὅτι ἔπλευσε (= α)ς, ";they deceived us there on the 12th, when you sailed,"; ib. XIV. 1682.4 (iv/A.D.) ὁ ἀὴρ ἐνατίος ἡμεῖν ἦν ἀφ᾽ οὗ ἔπλευσας, ";the wind was contrary to us since you sailed,"; and OGIS 572.30 (iii/A.D.) πλεύσει δὲ μόνα τὰ ἀπογεγραμμένα πλοῖα. For πλωτός, ";navigable,"; see P Tebt I. 92.3 (late ii/B.C.). MGr πλέω (πλέγω), ";swim,"; ";travel.";

 

The Vocabulary of the Greek New Testament.
Copyright © 1914, 1929, 1930 by James Hope Moulton and George Milligan. Hodder and Stoughton, London.
Derivative Copyright © 2015 by Allan Loder.
List of Word Forms
περιεστηκόσιν περιεστησαν περιέστησαν περιεστωτα περιεστώτα περιεστῶτα περιεστώτες περιιστασο περιίστασο περιϊστασο περιΐστασο περικαθαίρων περικαθαριεί περικαθαριείτε periestesan periestēsan periéstesan periéstēsan periestota periestôta periestōta periestō̂ta periistaso periístaso
Old / New Testament Greek Lexical Dictionary developed by Jeff Garrison for StudyLight.org. Copyright 1999-2021. All Rights Reserved, Jeff Garrison, Gdansk, Poland.
Search for…
 or 
Choose a letter to browse: