Attention!
Tired of seeing ads while studying? Now you can enjoy an "Ads Free" version of the site for as little as 10¢ a day.

Bible Lexicons

Old & New Testament Greek Lexical Dictionary

Strong's #1525 - εἰσέρχομαι

Transliteration
eisérchomai
Phonetics
ice-er'-khom-ahee
Origin
from (G1519) and (G2064)
Parts of Speech
Verb
TDNT
2:676,257
Definition
Thayer's
  1. to go out or come in: to enter
    1. of men or animals, as into a house or a city
    2. of Satan taking possession of the body of a person
    3. of things: as food, that enters into the eater's mouth
  2. metaph.
    1. of entrance into any condition, state of things, society, employment
      1. to arise, come into existence, begin to be
      2. of men, to come before the public
      3. to come into life
    2. of thoughts that come into the mind
Hebrew Equivalent Words:
Strong #: 167 ‑ אָהַל (aw‑hal');  235 ‑ אָזַל (aw‑zal');  622 ‑ אָסַף (aw‑saf');  935 ‑ בּוֹא (bo);  1540 ‑ גָּלָה (gaw‑law');  1980 ‑ הָלַךְ (haw‑lak');  3318 ‑ יָצָא (yaw‑tsaw');  3381 ‑ יָרַד (yaw‑rad');  3427 ‑ יָשַׁב (yaw‑shab');  3947 ‑ לָקַח (law‑kakh');  5066 ‑ נָגַשׁ (naw‑gash');  5674 ‑ עָבַר (aw‑bar');  5927 ‑ עָלָה (aw‑law');  5954 ‑ עֲלַל (al‑al');  6965 ‑ קוּם (koom);  7121 ‑ קָרָא (kaw‑raw');  7126 ‑ קָרַב (kaw‑rab');  7200 ‑ רָאָה (raw‑aw');  7931 ‑ שָׁכַן (shaw‑kan');  
Frequency Lists  
  1. Book
  2. Word
  3. Parsing
KJV (214)
Matthew
39
Mark
33
Luke
56
John
16
Acts
34
Romans
2
1 Corinthians
2
Hebrews
22
James
3
2 John
1
Revelation
6
NAS (190)
Matthew
36
Mark
29
Luke
50
John
14
Acts
32
Romans
2
1 Corinthians
2
Hebrews
17
James
3
Revelation
5
HCS (189)
Matthew
34
Mark
29
Luke
50
John
14
Acts
34
Romans
2
1 Corinthians
2
Hebrews
16
James
3
Revelation
5
BSB (195)
Matthew
37
Mark
30
Luke
50
John
15
Acts
34
Romans
2
1 Corinthians
2
Hebrews
17
James
3
Revelation
5
ESV (117)
Matthew
20
Mark
10
Luke
34
John
11
Acts
22
Romans
2
1 Corinthians
2
Hebrews
10
James
2
Revelation
4
WEB (216)
Matthew
39
Mark
36
Luke
54
John
17
Acts
33
Romans
2
1 Corinthians
2
Hebrews
23
James
3
2 John
1
Revelation
6
Verse Results
Liddell-Scott-Jones Definitions

εἰσέρχομαι,

I fut. - ειεύσομαι: aor. - ήλῠθον, -ῆλθον: in Att., fut. is supplied by εἴσειμι, and impf. by εἰσῄειν: — Pi. N. 10.16; ἄλσος, δόμους, S. Tr. 1167, E. Alc. 563; οἴκαδε X. HG 5.4.28; οἴκαδε εἰς ἐμαυτοῦ Pl. Hp.Ma. 304d; εἰσῆλθ' ἑκατόμβας invaded the hecatombs, Il. 2.321: but in Prose mostly with Preps., ἐς οἴκημα Th. 1.134, etc.; ἐς. ἐς τὰς σπονδάς come into the treaty, Id. 5.36; εἰς τὸν πόλεμον v.l. in X. An. 7.1.27; εἰ. εἰς τοὺς ἐφήβους enter the ranks of the Ephebi, Id. Cyr. 1.5.1; also εἰ. πρός τινα enter his house, visit him, ib. 3.3.13; of a doctor, pay a visit, Gal. 18(2).36; εἰ. ἐπὶ τὸ δεῖπνον X. An. 7.3.21: abs., of money, etc., come in, προσόδους εἰσελθούσας Id. Vect. 5.12.

II of the Chorus, actors, etc., come upon the stage, enter, Pl. R. 580b, X. An. 6.1.9, etc.; enter the lists, in a contest, S. El. 700; πρός τινα in competition with.., D. 18.319.

III

1. as law-term, of the accuser, come into court, εἰς ὑμᾶς (sc. τοὺς δικαστάς) D. 59.1; but also τοὺς ὑπὲρ τῶν κοινῶν -εληλυθότας δικαστάς Id. 18.278.

2. of the parties, c. acc., εἰ. τὴν γραφήν enter the charge, Id. 18.105; εἰ. δίκας Id. 28.17 (so also εἰ. [τὴν καταχειροτονίαν] Id. 21.6; εἰ. λόγον κατά τινος Arg. Isoc.II).

3. of the accused, come before the court, δεῦρο Pl. Ap. 29c; εἰς δικαστήριον Id. Grg. 522b; εἰς ὑμᾶς D. 18.103, cf. 21.176; εἰσελθόντες δ' ὡς ὑμᾶς is prob. in Arist. Rh. 1410a18.

4. of the cause, to be brought in, ποῖ οὖν δεῖ ταύτην εἰσελθεῖν τὴν δίκην; D. 35.49. enter on an office, Antipho 6.44; ἐς. ἐς τὴν ὑπατείαν D.C. 41.39; ἐπὶ τὴν ἀρχήν Id. 64.7. consult a table, εἰ. εἰς ὄργανον Vett.Val. 20.12. metaph., [μένος] ἄνδρας ἐσέρχεται

1. courage enters into the men, Il. 17.157; πείνη δ' οὔ ποτε δῆμον ἐσέρχεται famine never enters the land, Od. 15.407; Κροῖσον γέλως ἐσῆλθε Hdt. 6.125; ὥς με πόλλ' εἰσέρχεται.. ἄλγη A. Pers. 845; πόθος μ' εἰσέρχεται E. IA 1410; νιν εἰσῆλθεν τάδε ib. 57: c. dat., εἰσῆλθε τοῖν τρὶς ἀθλίοιν ἔρις S. OC 372; [Κύπρις] εἰσέρχεται μὲν ἰχθύων.. γένει Id. Fr. 941.9; δέος εἰ. τινὶ περί τινος Pl. R. 330d; ὑποψία εἰ. μοι Id. Ly. 218c.

2. come into one's mind, Κροίσῳ ἐσελθεῖν τὸ τοῦ Σόλωνος Hdt. 1.86, cf. Pl. Tht. 147c; ἐσελθεῖν τισὶ ἡδονήν, οἶκτον, Hdt. 1.24, 3.14. impers., c. inf., τὸν δὲ ἐσῆλθε θεῖον εἶναι τὸ πρῆγμα it came into his head that.., Id. 3.42; ἐσῆλθέ με κατοικτῖραι Id. 7.46; εἰσῆλθε δή με..φοβηθῆναι Pl. Lg. 835d; τὸν δὲ ἐσῆλθε ὡς εἴη τέρας Hdt. 8.137; εἰσελθέτω σε μήποθ' ὡς.. A. Pr. 1002.

Abbott-Smith Manual Greek Lexicon of the New Testament

εἰσ -έρχομαι ,

[in LXX chiefly for H935;]

to go in or into, enter: Matthew 9:25, Luke 7:45, al.; seq. εἰς , Matthew 10:12, Mark 2:1, al.; seq. διά (πύλης , θύρας , etc.), Matthew 7:13, John 10:1, al.; ὑπὸ τ . στέγην , Matthew 8:8; c. adv.: ὅπου , Mark 14:14, Hebrews 6:20; ὧδε , Matthew 22:12; ἔσω , Matthew 26:58; seq. πρός , c. acc pers., Mark 15:43, Luke 1:28, Acts 10:3; Acts 11:3; Acts 16:40; Acts 17:2; Acts 28:8, Revelation 3:20; of demons taking possession, Mark 9:25, Luke 8:30; Luke 22:3, John 13:27; of food, Matthew 15:11, Acts 11:8. Metaph., of thoughts, Luke 9:46; εἰς κόπον , John 4:38; εἰς πειρασμόν , Matthew 26:41, Luke 22:40; Luke 22:46; of hope as an anchor, Hebrews 6:19; βοαί , James 5:4; πνεῦμα ζωῆς , Revelation 11:11; εἰς τ . κόσμον (cf. Wisdom of Solomon 2:24; Wisdom of Solomon 14:14, John 18:37), Romans 5:12, Hebrews 10:5; in counterparts of Jewish Aram. phrases relating to the theocracy (cf. Dalman, Words, 116 ff.):εἰς τ . γάμους , Matthew 25:10; εἰς τ . χάραν τ . κυρίου , Matthew 25:21; Matthew 25:23; εἰς τ . ζωήν , Matthew 18:8-9; Matthew 19:17 Mark 9:43-45; εἰς τ . βασιλ . τ . οὐρανῶν (τ . θεοῦ ), Matthew 5:20; Matthew 7:21, al. (see βασιλεία ); εἰς τ . κατάπαυσιν , Hebrews 3:11; Hebrews 3:18; Hebrews 4:1 ff.; εἰς τ . δόξαν , Luke 24:26; εἰσ . καὶ ἐξερχ ., to go in and out (like Heb. וְצֵאת H935, Deuteronomy 28:6, etc.), of familiar intercourse, Acts 1:21; fig., of moral freedom, John 10:9 (cf. ἐπ -, παρ -, συν - εισέρχομαι ).


Abbott-Smith Manual Greek Lexicon of the New Testament.
Copyright © 1922 by G. Abbott-Smith, D.D., D.C.L.. T & T Clarke, London.
Vocabulary of the Greek NT

With the use of εἰσέρχομαι in Luke 17:7 we may compare P Eleph 13.6 (B.C. 223–2) οὔπω εἰσελήλυθεν ἐξ ἀγροῦ. For other examples of this common verb, cf. P Ryl II. 151.8 (A.D. 40) εἰσελθὼν εἰς τὴν υ ̣̔[πάρ ]χ ̣ο (υσαν) ἐν τῇ κώμῃ οἰκ [ίαν, P Oxy II. 237viii. 17 (A.D. 186) τὸν μείζονα ἀγῶνα ε ̣[ ]σελεύσεται, ";he shall enter upon the more serious lawsuit"; (Edd.), and P Tebt P II. 418.8 ff. (iii/A.D.) καλῶς ποιήσεις, ἀδελφέ, [ ]ὰν εἰσέρχῃ ἐνεγκὼν μετὰ σεαυτοῦ τὴν γυναῖκά μου, ἔγραψα [γ ]ὰρ αὐτῇ σὺν σοὶ εἰσελθεῖν, ";you will do well, brother, to come up and bring my wife with you, for I have written to her to come with you"; (Edd.). See also P Leid Wv. 41 (ii/iii A.D.) Κύριε. . . εἴσελθε καὶ ἐπάκουσόν μοι. On the use of the mid. εἰσέλθοιτο for the active in Phrygian sepulchral inscrr. see W. M. Ramsay Exp T xxvi. p. 174.

 

The Vocabulary of the Greek New Testament.
Copyright © 1914, 1929, 1930 by James Hope Moulton and George Milligan. Hodder and Stoughton, London.
Derivative Copyright © 2015 by Allan Loder.
List of Word Forms
διελθεῖν εισελευσεσθαι εἰσελεύσεσθαι εισελεύσεσθε εισελευσεται εισελεύσεται εἰσελεύσεται εισελεύση εισελευσομαι εισελεύσομαι εἰσελεύσομαι εισελευσόμεθα εισελευσονται εισελεύσονται εἰσελεύσονται εισελευσώμεθα εισελήλυθα εισεληλυθαν εἰσελήλυθαν εισελήλυθας εισεληλύθασι εισεληλύθασιν εἰσεληλύθασιν εισεληλυθατε εισεληλύθατε εἰσεληλύθατε εισελήλυθεν Εισελθατε εισέλθατε Εἰσέλθατε εισελθατω εἰσελθάτω εισελθε είσελθε εἴσελθε εισελθειν εισελθείν είσελθειν εἰσελθεῖν εισέλθετε εισελθέτω εισελθέτωσαν εισελθη εισέλθη εἰσέλθῃ εισελθης εισέλθης εἰσέλθῃς εισελθητε εισέλθητε εἰσέλθητε εισέλθοι εισέλθοισαν εισελθοντα εισελθόντα εἰσελθόντα εισελθόντας εισελθοντες εισελθόντες εἰσελθόντες εισελθοντι εισελθόντι εἰσελθόντι Εισελθοντος εισελθόντος Εἰσελθόντος εισελθοντων εισελθόντων εἰσελθόντων εισελθουσα εισελθούσα εἰσελθοῦσα εισελθουσαι εισελθούσαι εἰσελθοῦσαι εισελθούση εισελθουσης εισελθούσης εἰσελθούσης εισέλθω εισελθωμεν εισέλθωμεν εἰσέλθωμεν εισελθων εισελθών εἰσελθὼν εισέλθωσι εισελθωσιν εισέλθωσιν εἰσέλθωσιν εισέρχεσθαι εισερχεσθε εισέρχεσθε εἰσέρχεσθε εισερχεσθωσαν εισερχέσθωσαν εἰσερχέσθωσαν εισερχεται εισέρχεται εἰσέρχεται εισερχησθε εισέρχησθε εἰσέρχησθε Εισερχομεθα εισερχόμεθα Εἰσερχόμεθα εισερχομενην εισερχομένην εἰσερχομένην εισερχομένης εισερχομενοι εισερχόμενοι εἰσερχόμενοι εισερχομενον εισερχόμενον εἰσερχόμενον εισερχομενος εισερχόμενος εἰσερχόμενος εισερχομενου εισερχομένου εἰσερχομένου εισερχομενους εισερχομένους εἰσερχομένους εισηλθατε εἰσήλθατε εισήλθε εισηλθεν εισήλθεν εἰσῆλθεν εισηλθες εισήλθες εἰσῆλθες εισήλθετε εισηλθομεν εισήλθομεν εἰσήλθομεν εισηλθον εισήλθον εισήλθόν εἰσῆλθον εἰσῆλθόν εισήλθοσαν εισήρχετο dielthein dieltheîn eiseleluthasin eiselēluthasin eiseleluthate eiselēluthate eiselelythasin eiselelýthasin eiselēlythasin eiselēlýthasin eiselelythate eiselelýthate eiselēlythate eiselēlýthate eiseleusesthai eiseleúsesthai eiseleusetai eiseleúsetai eiseleusomai eiseleúsomai eiseleusontai eiseleúsontai Eiselthate Eisélthate eisēlthate eisḗlthate eiselthato eiselthatō eiseltháto eiselthátō eiselthe eiselthē eíselthe eisélthei eisélthēi eiselthein eiseltheîn eiséltheis eisélthēis eiselthen eisêlthen eisēlthen eisē̂lthen eiselthes eiselthēs eisêlthes eisēlthes eisē̂lthes eiselthete eiselthēte eisélthete eisélthēte eiselthomen eiselthōmen eisélthomen eisélthōmen eisēlthomen eisḗlthomen eiselthon eiselthōn eiselthṑn eisêlthon eisêlthón eisēlthon eisē̂lthon eisē̂lthón eiselthonta eiselthónta eiselthontes eiselthóntes eiselthonti eiselthónti eiselthonton eiselthontōn eiselthónton eiselthóntōn Eiselthontos Eiselthóntos eiselthosin eiselthōsin eisélthosin eisélthōsin eiselthousa eiselthoûsa eiselthousai eiselthoûsai eiselthouses eiselthousēs eiselthoúses eiselthoúsēs eiserchesthe eiserchēsthe eisérchesthe eisérchēsthe eiserchesthosan eiserchesthōsan eiserchésthosan eiserchésthōsan eiserchetai eisérchetai eiserchomenen eiserchomenēn eiserchoménen eiserchoménēn eiserchomenoi eiserchómenoi eiserchomenon eiserchómenon eiserchomenos eiserchómenos eiserchomenou eiserchoménou eiserchomenous eiserchoménous Eiserchometha Eiserchómetha
Old / New Testament Greek Lexical Dictionary developed by Jeff Garrison for StudyLight.org. Copyright 1999-2021. All Rights Reserved, Jeff Garrison, Gdansk, Poland.
Search for…
 or 
Choose a letter to browse:
Prev Entry
εἴσειμι
Next Entry
εἰσί